Αχινοί: οι «κηπουροί» της θάλασσας – Μαύρος και κοινός αχινός, οι διαφορές και ο πολύτιμος ρόλος τους

Οι αχινοί δεν είναι απλώς τα αγκαθωτά ζώα που αποφεύγουμε όταν κολυμπάμε. Ο κοινός και ο μαύρος αχινός διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα οικοσυστήματα της Μεσογείου, λειτουργώντας ως «κηπουροί» του βυθού. Ποιες είναι οι διαφορές τους, τι είναι τα urchin barrens και ισχύει πραγματικά ότι οι αχινοί αποτελούν ένδειξη καθαρής θάλασσας;

Μικροί, αγκαθωτοί και συχνά κρυμμένοι ανάμεσα στα βράχια, οι αχινοί είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς κατοίκους των ελληνικών ακτών. Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι απλώς εκείνα τα ζώα που προσπαθούμε να αποφύγουμε όταν μπαίνουμε ξυπόλυτοι στη θάλασσα. Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από το «οπλοστάσιο» των αγκαθιών τους κρύβεται ένας οργανισμός με εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του θαλάσσιου οικοσυστήματος.

Οι αχινοί είναι εχινόδερμα, συγγενείς δηλαδή των αστεριών και των ολοθούριων. Ζουν στον βυθό και ιδιαίτερα σε βραχώδεις περιοχές, όπου κινούνται αργά αναζητώντας την τροφή τους.

Στις ελληνικές θάλασσες συναντάμε διάφορα είδη. Δύο από τα πιο γνωστά της Μεσογείου είναι ο κοινός ή εδώδιμος αχινός (Paracentrotus lividus) και ο μαύρος αχινός (Arbacia lixula).

Ο κοινός αχινός – Paracentrotus lividus

Παρά το όνομά του, ο κοινός αχινός δεν έχει πάντοτε ένα συγκεκριμένο χρώμα. Μπορεί να είναι μωβ, καφετί, πρασινωπός ή πολύ σκούρος, γεγονός που συχνά δημιουργεί σύγχυση με άλλα είδη.

Είναι ο αχινός που συνδέεται περισσότερο με τη γαστρονομία της Μεσογείου. Το εδώδιμο τμήμα του είναι οι γονάδες του, αυτές που συνήθως αποκαλούμε «αυγά του αχινού».

Ο Paracentrotus lividus τρέφεται σε μεγάλο βαθμό με μακροφύκη και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βοσκητές των βραχωδών βυθών της Μεσογείου. Με αυτόν τον τρόπο συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της υποθαλάσσιας βλάστησης.

Έχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα συνήθεια: αρκετά άτομα καλύπτουν το σώμα τους με μικρά κομμάτια φυκών, κοχύλια, πετραδάκια ή άλλα υλικά του βυθού, πιθανώς προσφέροντας στον εαυτό τους κάλυψη και προστασία.

Ο μαύρος αχινός – Arbacia lixula

Ο Arbacia lixula είναι συνήθως πολύ πιο εύκολο να αναγνωριστεί. Έχει έντονο, βαθύ μαύρο χρώμα και συναντάται συχνά πάνω σε γυμνούς βράχους και σε περισσότερο κάθετες επιφάνειες.

Σε αντίθεση με τον Paracentrotus lividus, που προτιμά σε μεγάλο βαθμό σαρκώδη μακροφύκη, ο μαύρος αχινός εκμεταλλεύεται διαφορετικές πηγές τροφής και συνδέεται ιδιαίτερα με τη βόσκηση πάνω σε επιστρωτικά φύκη και οργανισμούς του βράχου.

Τα δύο είδη μπορεί να ζουν στην ίδια περιοχή, αλλά δεν κάνουν ακριβώς την ίδια «δουλειά». Η διαφορετική διατροφή και συμπεριφορά τους σημαίνει ότι μπορούν να επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο την υποθαλάσσια βλάστηση.

Οι μικροί «κηπουροί» του βυθού

Ο χαρακτηρισμός δεν είναι τυχαίος.

Καθώς οι αχινοί κινούνται πάνω στα βράχια και καταναλώνουν φύκη, λειτουργούν κατά κάποιον τρόπο ως βοσκητές του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Περιορίζουν την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη ορισμένων φυκών και επηρεάζουν τον χώρο που μένει διαθέσιμος για άλλους οργανισμούς.

Σε φυσιολογικές πυκνότητες αποτελούν κομμάτι μιας πολύπλοκης ισορροπίας: φύκη, αχινοί, ψάρια, ασπόνδυλα και οι θηρευτές των αχινών συνδέονται μεταξύ τους σε ένα ολόκληρο υποθαλάσσιο δίκτυο.

Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον παράδοξο.

Οι αχινοί μπορούν να είναι ταυτόχρονα πολύτιμοι για το οικοσύστημα και, όταν οι πληθυσμοί τους αυξηθούν υπερβολικά, να δημιουργήσουν σοβαρό πρόβλημα.

Όταν οι «κηπουροί» γίνουν πάρα πολλοί

Σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, αλλά και της Μεσογείου, η πολύ μεγάλη πυκνότητα αχινών μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν urchin barrens.

Πρόκειται για εκτάσεις βραχώδους βυθού στις οποίες η έντονη βόσκηση έχει απομακρύνει μεγάλο μέρος των όρθιων μακροφυκών. Αυτό που μένει είναι ένας πολύ πιο γυμνός και απλοποιημένος υποθαλάσσιος τόπος, συχνά με επιστρωτικά κοραλλιογενή φύκη πάνω στα βράχια.

Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τα φυτά. Τα «δάση» των μακροφυκών αποτελούν τροφή, καταφύγιο και τόπο αναπαραγωγής για πολλά θαλάσσια ζώα. Όταν αυτά εξαφανίζονται, επηρεάζεται ολόκληρη η κοινότητα.

Η δημιουργία τέτοιων περιοχών έχει συσχετιστεί και με τη μείωση των φυσικών θηρευτών των αχινών λόγω της υπεραλίευσης. Χωρίς αρκετούς θηρευτές, το σύστημα μπορεί να χάσει την ισορροπία του.

Έτσι, η φύση μάς υπενθυμίζει κάτι πολύ σημαντικό: το πρόβλημα σπάνια είναι η ύπαρξη ενός είδους. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ των ειδών.

«Έχει αχινούς, άρα η θάλασσα είναι καθαρή». Ισχύει;

Είναι μια από τις πιο διαδεδομένες φράσεις του ελληνικού καλοκαιριού.

«Εδώ έχει αχινούς, άρα τα νερά είναι πεντακάθαρα».

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Η παρουσία αχινών μπορεί ασφαλώς να συνδέεται με κατάλληλο βραχώδες περιβάλλον και συγκεκριμένες οικολογικές συνθήκες. Δεν αποτελεί όμως από μόνη της πιστοποιητικό καθαρότητας του νερού.

Για να αξιολογηθεί η ποιότητα μιας θαλάσσιας περιοχής εξετάζονται πολλοί διαφορετικοί παράγοντες: μικροβιολογικοί δείκτες, χημικοί ρύποι, θρεπτικά στοιχεία, οξυγόνο και η συνολική κατάσταση του οικοσυστήματος.

Οι αχινοί χρησιμοποιούνται πράγματι σε επιστημονικές μελέτες και εργαστηριακές δοκιμές για την αξιολόγηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όμως αυτό απέχει αρκετά από το απλό «είδα αχινό, άρα το νερό είναι καθαρό».

Ένας οργανισμός με ιστορία εκατοντάδων εκατομμυρίων ετών

Οι αχινοί ανήκουν σε μια πανάρχαια εξελικτική γραμμή.

Δεν έχουν μάτια όπως τα γνωρίζουμε, δεν έχουν εγκέφαλο αντίστοιχο με των σπονδυλωτών και όμως μπορούν να αντιλαμβάνονται το περιβάλλον τους, να αντιδρούν στο φως και στις χημικές ουσίες και να κινούν εκατοντάδες μικρά ποδαράκια, τα λεγόμενα ποδίσκια.

Στην κάτω πλευρά του σώματός τους βρίσκεται ένα εντυπωσιακό μασητικό σύστημα πέντε ασβεστολιθικών δοντιών, γνωστό ως «Λύχνος του Αριστοτέλη».

Με αυτό ξύνουν την επιφάνεια των βράχων και αποσπούν την τροφή τους.

Ένας μικρός ζωντανός μηχανισμός, σχεδόν εξωγήινος στην κατασκευή του, εργάζεται αθόρυβα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Η αλιεία του αχινού στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα η αλίευση του Paracentrotus lividus δεν είναι ανεξέλεγκτη αλλά διέπεται από ειδικούς κανόνες.

Το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ελάχιστη διάμετρο 5 εκατοστών χωρίς να υπολογίζονται τα αγκάθια. Για την ερασιτεχνική αλιεία προβλέπεται ανώτατο όριο 20 αχινών ανά άτομο την ημέρα και έως 30 συνολικά όταν χρησιμοποιείται ερασιτεχνικό σκάφος. Ισχύουν επίσης περιορισμοί ως προς τον τρόπο αλίευσης και ειδικότεροι κανόνες ή απαγορεύσεις μπορεί να εφαρμόζονται σε προστατευόμενες ή άλλες καθορισμένες θαλάσσιες περιοχές.

Η προστασία των πληθυσμών δεν είναι υπερβολή. Πρόσφατες επιστημονικές εργασίες καταγράφουν μείωση της πυκνότητας και του μεγέθους του Paracentrotus lividus σε περιοχές της Μεσογείου, με την έντονη αλιευτική πίεση και την κλιματική αλλαγή να συγκαταλέγονται στις αιτίες.

Ο αχινός δεν είναι απλώς ένα αγκαθωτό εμπόδιο στην παραλία

Την επόμενη φορά που θα δούμε έναν αχινό κολλημένο στον βράχο, ίσως αξίζει να τον κοιτάξουμε λίγο διαφορετικά.

Κάτω από τα αγκάθια βρίσκεται ένα ζώο που συμμετέχει καθημερινά στη διαμόρφωση του βυθού. Τρέφεται, μετακινείται, δημιουργεί χώρο για άλλους οργανισμούς, αποτελεί τροφή για άλλα ζώα και γίνεται μέρος μιας αλυσίδας ισορροπιών που υπάρχει πολύ πριν εμφανιστεί ο άνθρωπος στις ακτές.

Δεν χρειάζεται να τον πάρουμε μαζί μας για να τον γνωρίσουμε.

Μερικές φορές το καλύτερο αναμνηστικό από τη θάλασσα είναι απλώς να παρατηρήσουμε έναν μικρό κάτοικο του βυθού εκεί όπου πραγματικά ανήκει

Please follow and like us: